Η Απελευθέρωση της Άμφισσας
10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821
 

Δημητρίου Φωτιάδη

Τα Σάλωνα

Στη Ρούμελη οι προϋποθέσεις για σηκωμό στέκονταν πολύ πιο δύσκολες από το Μοριά. Βρισκόταν σιμά σε τέσσερεις σημαντι­κές τούρκικες βάσεις˙Γιάννενα, Λάρισα, Βόλο, Εύ­βοια. Ήταν ευτύχημα βέβαια πως στα Γιάννενα ξακολούθαγε την αντίστασή του ο Αλήπασας. Οι στρατιωτικές όμως δυνάμεις που τον πολιορκούσαν μπορούσαν να στείλουν σημαντικά αποσπάσματα να χτυπήσουν τους επαναστάτες.

Αντιστάθμιζε όμως τούτη τη δυσκολία η ύπαρ­ξη μιας μαχητικής από αιώνες παράδοσης — η κλεφτουριά και τ' αρματολίκια. Ένας στρατός σχεδόν έτοιμος, με θαυμάσια στελέχη για τον άταχτο πό­λεμο, που τόσο τον ευνοούσαν τα βουνά της Ρού­μελης.

Οι καπεταναίοι που πήραν μέρος στη σύσκεψη της Άγιας Μαύρας άρχισαν, αφού για λίγο λούφα­ξαν, να φτάνουν ένας ένας στα λημέρια τους. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος άφησε τη φαμελιά του στους Παξούς κι αφού πήγε στην Πάτρα για να πάρει οδη­γίες από τον Ρώσο πρόξενο Ιωάννη Βλασσόπουλο, που ήταν από τα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Ε­ταιρίας στο Μοριά, πέρασε στη Ρούμελη. Κρίνον­τας πως η συμμετοχή των Γαλαξειδιωτών στον αγώ­να, με τα σαράντα καράβια τους, θα ήταν αποφασι­στική καθώς θα μας χάριζε στην αρχή της επανά­στασης τη θαλασσοκρατία στον Κορινθιακό κόλ­πο, τους έστειλε τούτο δω το γράμμα, ένα από τα πιο χαραχτηριστικά τού Εικοσιένα:

 

Αγαπητοί μου Γαλαξειδιώται,

Ήτανε βέβαια από το Θεό γραμμένο να δράξωμε τα άρματα μια μέρα και να χυθούμε κατεπάνω στους τυράννους μας, που τόσα χρόνια ανελεήμονα μας τυραγνεύουν. Τι τη θέλουμε, βρε αδέρφια, τούτη την πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε αποκάτω στη σκλα­βιά και το σπαθί των Τούρκων ν' ακονιέται εις τα κεφάλια μας; Δεν τηράτε που τίποτα δεν μας από­μεινε; Οι εκκλησιές μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων.

 Κανένας δεν μπορεί να πη πως τάχα έχει τίποτε εδικό του, γιατί το ταχύ βρίσκεται φτωχός σα διακονιάρης στη στράτα. Η φαμελιές μας και τα παιδιά μας είναι στα χέρια και στη διάκρισι των Τούρ­κων. Τίποτα, αδέρφια, δεν μας έμεινε. Δεν είναι πρέπον να σταυρώσουμε τα χέρια και να τηράμε τον ουρανό. Ο Θεός μας έδωσε χέρια, γνώσι και νου. Ας ρωτήσουμε την καρδιά μας και ό,τι μας απανταχαίνει ας το βάλωμε γρήγορα σε πράξιν και ας είμεθα, αδέρφια, βέβαιοι το πώς ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλη το χέρι απάνω μας. Ό,τι θα κάμωμε, πρέποντας είναι να το κάμωμεν μια ώρα αρχήτερα, γιατί ύστερα θα χτυπάμε το κεφάλι μας.

Τώρα η Τουρκία είναι μπερδεμένη σε πολέμους και δεν έχει ασκέρια να στείλη κατεπάνω μας. Ας ωφεληθώμεν από την περίστασι, όπου ο Θεός ακούοντας τα δίκαια παράπονα μας έστειλε δια ελόγου μας. Μια ώρα πρέποντας είναι να ξεσπάση αυτό το μαράζι, όπου μας τρώγει την καρδιά. Στα άρματα, αδέρφια, ή να ξεσκλαβωθούμε, ή να πεθάνουμε. Και βέβαια καλύ­τερο θάνατο δεν μπορεί να προτιμήση κάθε Χριστιανός και Έλληνας.

Εγώ, καθώς το γνωρίζετε καλότατα, αγαπητοί μου Γαλαξειδιώται, εμπορώ να ζήσω βασιλικά, με πλούτη, τιμές και δόξες. Οι Τούρκοι ό,τι και αν ζητήσω μου το δίνουνε παρακαλώντας. Γιατί το σπαθί τού Οδυσσέα δεν χορατεύει. Έπειτα κοντά στα άλλα ενθυ­μούνται τον πατέρα μου, που τους εζεμάτισε. Μα σας λέγω την πάσαν αλήθειαν, αδέρφια. Δεν θέλω εγώ μο­νάχα να καλοπερνώ και το γένος μου να βογκά στη σκλαβιά. Μου καίγεται η καρδιά μου σα βλέπω και συλλογιούμαι πως ακόμα οι Τούρκοι μας τυραγνεύουν.

Από το Μωρηά μου στείλανε γράμματα πως είναι τα πάντα έτοιμα. Εγώ είμαι στο ποδάρι με τα παλληκάρια μου. Μα θέλω πρώτα να είμαι βέβαιος το πως θα με ακολουθήσετε και σεις. Αν εσείς κάμετε αρχή από τη μια μεριά, κι εγώ από την άλλη, θα σηκωθή όλη η Ρούμελη. Γιατί ο κόσμος φοβάται. Μα σαν ίδη ελόγου σας, που έχετε τα καράβια και ξέρετε καλύτερα τα πράγματα το πως σηκώνετε το μπαϊράκι, θενά τελειώση ότι καλύτερο το πράγμα.

Περιμένω απόκρισι με τον ίδιο που φέρνει το γράμ­μα μου. Τη μπαρούτη και τα βόλια τα έλαβα και τα εμοίρασα. Να με οικονομήσετε και στουρνάρια και αν σας περισσεύη και άλλη μπαρούτη να μου στείλετε, γιατί θα την δώσω στους Πατρατσικιώτας. Του Πανουριά τα λόγια μην τα πολυακούτε. Είναι φοβιτσιάρης. Μα σαν το σηκώσωμε εμείς, αλλέως δεν μπορεί να πράξη πάρεξ να έρθη με το μέρος μας.

Αύριο το βράδυ να έρθη ένας στο μοναστήρι και θα εύρη τον Γκούραν για να μιλήση σαν να ήμουνα εγώ ο ίδιος. Τον Γκούρα να τον αγαπάτε. Είναι παιδί δικό μας και καλό παλληκάρι.

Χαιρετίσματα σ' όλους πέρα και πέρα. Σας χαι­ρετώ και σας γλυκοφιλώ.

22 Μαρτίου 1821.

Ο αγαπητός σας Οδυσσέας Ανδρούτσος

Κι όμως στο πραγματικά έξοχο αυτό γράμμα έκα­νε ο Ανδρούτσος δυο λαθεμένες εκτιμήσεις. Η μια για τον Γκούρα, που έπειτα από λίγα χρόνια θα στα­θεί ο δήμιος του στην Ακρόπολη της Αθήνας. Η άλλη για τον Πανουργιά. Όχι, δεν ήταν φοβιτσιάρης. Αντίθετα αυτός πρώτος χτύπησε στη Ρούμελη τον Τούρκο, χαρίζοντας στους Έλληνες μια σημαντική νίκη κι ένα κάστρο.

 Ο Πανουργιάς είχε πατέρα τσομπάνο, τον Ξηρο-δημήτρη69. Τ' όνομά του, όπου μ' αυτό έμεινε γνωστός στην ιστορία, το χρωστά, καθώς ανιστοράνε, σε τούτο δω τ' αστείο περιστατικό. Ο νουνός του, νομίζοντας πως το παιδί που θα βάφτιζε ήταν κο­ρίτσι, όταν ο παπάς τον ρώτησε τι όνομα τού δίνει, τού αποκρίθηκε «Πανώρια». Κι ο παπάς, δίχως να καλοκοιτάξει, βάφτισε τ' αρσενικό παιδί με θηλυκό όνομα. Ξέσπασαν όλοι στα γέλια, επειδή όμως λο­γαριάστηκε πως μια κι ο παπάς είπε τ' όνομα τού παιδιού θα στεκόταν αμάρτημα να τ' αλλάξουν, τον ονόμασαν Πανουργιά.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση δεν ήταν πια νέος. Είχε καβατζάρει τα εξήντα. Μα η λεβεντιά συντρό­φευε ακόμα τα γκρίζα μαλλιά του. Ο λαός, που πάν­τα λάτρεψε τα παλικάρια, του είχε κάνει τραγούδι:

— Τα που βροντούν, μωρ' Πανουργιά, τα που βροντούν τα χαϊμαλιά,

μωρέ Λάμπρο Σουλιώτη70, τα που βροντούν τ’ αλύσια;

— Στου Πανουργιά τα γόνατα, στου Πανουργιά τη μέση,

εκεί βροντούν τα χαϊμαλιά, εκεί βροντούν τ’ αλύσια.

Αφού ροβόλησε τα ρουμελιώτικα βουνά χρόνια κλέφτης, γίνηκε τέλος πρωτοπαλίκαρο τού Οδυσσέα Ανδρούτσου και με τη μεσιτεία του τζοανταραίος τού Αλήπασα. Όταν τα σουλτανικά ασκέρια πολι­όρκησαν τον περιβόητο βαλή, το έσκασε κι ο Πανουργίας, όπως είχαν κάνει κι ο Ανδρούτσος, κι ο Καραϊσκάκης και τόσοι άλλοι. Κατέβηκε στα Σά­λωνα και με το έτσι θέλω πήρε από τον Σολιώτη τ' αρματολίκι. Είχε κάτω από τις προσταγές του εξήν­τα παλικάρια. Ανάμεσα τους ήταν κι ο Γκούρας.

Η ψυχή του ανάσαινε έλατο, θυμάρι και λευτεριά. Έτσι, όταν στις 24 τού Μάρτη έμαθε το σηκωμό της Πάτρας, πήρε τους λεβέντες του και τράβηξε για το μοναστήρι τού Προφήτη Ηλία. Φωνάζει τους προεστούς και τους λέει πως θ' ανεμίσει το μπαϊρά­κι τού σηκωμού και θα χτυπήσει τους Τούρκους. Στ' αναμεταξύ έφτασαν στα Σάλωνα οι Τούρκοι της Βοστίτσας, τού Αιγίου δηλαδή, τρομοκρατημένοι άπ' όσα έτρεξαν στο Μοριά. Η δύναμη των ντόπιων Τούρκων μαζί μ' εκείνους που ήρθαν από τη Βοστίτσα δεν ήταν αψήφιστη· έφτανε τα εξακόσια ντουφέκια.

Ο Πανουργίας στέλνει στο Γαλαξείδι τον Γκούρα, τον γαμπρό του Μανίκα και τον Παπαντρέα να στρατολογήσουν. Οι Γαλαξειδιώτες με προθυμία δέχονται ν' αντιβγούν στο δυνάστη όχι μονάχα στη θάλασσα, παρά και στη στεριά. Όταν κάπως δυνάμωσε ο Πανουργιάς αποφασίζει, αν και τ' ασκέ­ρι του ήταν πιο αδύναμο από το τούρκικο των Σαλώνων, να χτυπήσει, λογαριάζοντας πως το χειρό­τερο άπ' όλα θα ήταν να χασομερήσει δίνοντας καιρό στους εχθρούς να συνεφέρουν και να ετοιμαστούν.

Επειδή όμως έβλεπε πολλούς να είναι δισταχτικοί, σκαρφίζεται τούτο δω το κόλπο. Ορμηνεύει κά­ποιον της εμπιστοσύνης του να πάει στην Ιτέα κι όταν γυρίσει να πει πως είδε τάχα στον κόρφο το ρούσικο στόλο. Όταν ήρθε και ξεφούρνισε την ψεύ­τικη είδηση, φωνάζει ο Πανουργίας:

—Αδέρφια, τι καρτεράμε;

Ξεχύνονται — ήταν 27 του Μάρτη — να πάρουν την πολιτεία. Οι Τούρκοι, βλέποντας την ορμή τους, την παρατάνε κι ανεβαίνουν στο φράγκικο κάστρο, που τα ερείπια του ίσαμε τις μέρες μας ωσάν κορώνα στέκονται πάνω από την Άμφισσα, καθώς λένε τα Σάλωνα τώρα.

Τους μπλοκάρουν από παντού οι δικοί μας. Άδικα καρτεράνε βοήθεια οι Τούρκοι και το λιγοστό νερό που είχαν τελειώνει. Δεν τους μένει άλλο παρά να παραδοθούν σ' αυτούς, που ως χτες είχαν σκλάβους τους.

Φτάνουνε οι μπέηδες στο στρατόπεδο των χαΐνηδων.

— Ποιος είναι ο αφέντης σας να προσκυνήσουμε; ρωτάνε.

—Εγώ είμαι πια ο αφέντης σας κι εμένα θα προσκυνήσετε! τους αποκρίνεται περήφανα ο Πανουργιάς.

Παραδόθηκαν στις 10 του Απρίλη, ανήμερα Λαμπρή. Ένα από τα πιο δυνατά κάστρα της Ρού­μελης βρισκόταν στα χέρια των δικών μας. Μα το πιο σημαντικό άπ' όλα ήταν τα ντουφέκια που πή­ρανε οι ξεσηκωμένοι. Εξακόσιοι ακόμα Έλληνες είχανε άρματα να πολεμήσουν το δυνάστη.

Πιο πέρα, πάνω στο δρόμο που από την Άμφισσα οδηγά στη Ναύπαχτο, ο Σκαλτσάς κι ο Αναγνώ­στης Λιδωρίκης λευτέρωσαν, στις 28 τού Μάρτη, το Λιδωρίκι.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

69. Ο Γούδας λέει πως ο Ξηροδημήτρης ήταν προεστός στο χωριό Δρέμισα της Παρνασσίδας («Βίοι Παράλληλοι», τ. Η', σ. 237).

70. Ο Λάμπρος Σολιώτης διεκδικούσε κι αυτός τ' αρματο­λίκι της Παρνασσίδας. που τελικά το πήρε ο Πανουργίας.

71. Ταχυδρόμος.

72. Τη σοδειά σου.

73. Το μοναστήρι στο Λυκούρεσι, νοτιοδυτικά της Χαιρώ­νειας.

 

Η Επανάσταση του ´21, Εκδόσεις Ν. Βότση, Αθήνα 1977


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Print-icon 

Login-iconLogin