Θρησκευτικο-Εθνικο-Απελευθερωτικός ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως

ΠΕΤΡΟΥ Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΖΗ
ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ 21 (αντίδραση ή προσφορά; )

Μαρτυρίες αγωνιστών

Πρώτα ο λόγος στους πρωτομάστορες του αγώνα, στους καπεταναίους και λοιπούς αγωνιστές που σήκωσαν τα άρματα, πολέμησαν και θυσιάσθηκαν.

Έλεγε λοιπόν ο περίφημος γέρος του Μωριά, ο Θ. Κολοκοτρώνης:
Η επανάσταση η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν απ' όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης οι επαναστάσεις είναι εναντίον των διοικήσεών των, είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος, ήταν έθνος με άλλο έθνος.

Άλλοτε πάλι έλεγε:

Ημείς όλοι οι Έλληνες, μη ανεχόμενοι πλέον τον βαρύτατον ζυγόν της τυραννίας, με μίαν γνώμην και ορμήν, επικαλεσθέντες την θείαν βοήθειαν, εδράξαμε τα όπλα, επί σκοπώ να τον αποτινάξωμεν πλέον και να ζήσωμεν ελεύθεροι και απεφασίσαμεν ή ν' αποθάνωμεν το έθνος ολόκληρον ή δούλοι τινός να μην είμεθα στο εξής ή ο πόλεμος γίνεται δια την πατρίδα μας, είναι ιερός.

Τέλος είναι πασίγνωστος και κλασικός ο λόγος που απηύθυνε ο Κολοκοτρώνης στην Πνύκα προς τη σπουδάζουσα τότε νεότητα, όπου μεταξύ άλλων είπε: Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα...αλλ' ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν τον σκοπό, και εκάμαμε την Επανάσταση.

Ο δε στρατηγός Ι. Μακρυγιάννης έγραψε στα απομνημονεύματά του:

Πήγα στοχάσθηκα και τόβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κινδύνους και αγώνες θα τα πάθω δια την ελευθερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου.

Αλλού πάλι:

Τότε οι Έλληνες ορκίσθηκαν να δουλέψουν για θρησκεία και πατρίδα και δεν τους κόλλαγε μολύβι ούτε σπαθί ή Ορκισθήκαμε εις αυτό ο Καρατάσιος, ο Γάτζος και εγώ να είμαστε σύμφωνοι κι αχώριστοι δια την πατρίδα και θρησκεία και τον όρκον οπού κάμαμε όταν πρωτοσηκωθήκαμεν δια την λευτεριάν μας ως και Κι αν πεθάνωμεν πεθαίνομεν δια την πατρίδα μας, δια την θρησκείαν μας, και πολεμούμεν όσο μπορούμεν εναντίον της τυραγνίας.

Κι όλοι οι απλοί Έλληνες αγωνίσθηκαν με μεγάλον πατριωτισμόν και γενναιότητα δια την πατρίδα και θρησκεία. Κι αυτό ότ είναι ντουφέκι και σπαθί Ελληνικόν, θρησκευτικόν και πατριωτικόν και Σάβανον έχω την σημαία οπούφκιασα και σ' αυτείνη απάνου θέλω να πεθάνω υπέρ της πατρίδος μου και θρησκείας μου... (και η απάντηση των στρατιωτών του) . . .ήρθαμε να πεθάνωμεν εκεί οπού θα πεθάνης εσύ με την σημαία της πατρίδος μας και θρησκείας μας.

Προς τον Θ. Κολοκοτρώνη έλεγε ο Μακρυγιάννης:

Εγώ, αδελφέ, γνωρίζω τους μεγαλυτέρους μου, όσοι δουλεύουν δια πατρίδα και θρησκεία, δι αυτά οπού εσηκώσαμε τα' άρματα.

Τέλος στον επίλογο των απομνημονευμάτων του σημείωνε:
Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν' αγωνίζωνται δια την πατρίδα τους, δια την θρησκείαν τους, να ιδούνε τα παιδιά μου...και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζωνται εις το καλόν της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της Κοινωνίας.

Ο άλλος δε στρατηγός και αετός της Ρούμελης, ο Γ. Καραϊσκάκης, απευθυνόμενος στους Στερεοελλαδίτες (Δωριείς, Φωκείς, Θηβαίους και Λοκρούς) έγραψε: Είναι φανερόν, αδελφοί, ότι όλοι μαζί εδράξαμεν τα όπλα εξ αρχής της Επαναστάσεως και συμφώνως τα εμεταχειρισθήκαμεν κατά του κοινού εχθρού της πατρίδος και της θρησκείας μας... (και κατέληγε) ενωθήτε μαζί μας δια να εξολοθρεύσωμεν ομοθυμαδόν τον εχθρόν και να ελευθερώσωμεν δια πάντα την πατρίδα και θρησκείαν. . .όσοι δεν βοηθήσουν στη σωτηρία της πατρίδας και της θρησκείας θα δώσουν λόγο στο Έθνος και στο Θεό.

Άλλοτε πάλι έκανε έκκληση στους συμπατριώτες του λέγοντας:
Ενωθήτε δια την πατρίδα, αδελφωθήτε δια την πίστιν και ορκισθήτε δια τον εξολοθρευμόν του τυράννου, του μόνου εχθρού της πίστεως και της πατρίδος.
Την παραμονή δε της μάχης της Αράχωβας παράγγελνε στον ηγούμενο της μονής Ιερουσαλήμ της Δαύλειας να κάνουν ευκές και παρακλήσεις για μας οπού πολεμάμε για πίστη και πατρίδα.

Τέλος ο ίδιος ο Καραϊσκάκης μαζί με τον Κ. Τζαβέλα, Ι. Μακρυγιάννη, Γεωργ. Δυοβουνιώτη, Δ. Σκαλτζά, Ν. Πανουργιά, Ν. Κριεζώτη και άλλους 17 Ρουμελιώτες καπεταναίους (συνολικά 24) σε κοινό έγγραφό τους προς την Σεβαστήν Διοίκησιν των Ελλήνων, εις Ναύπλιον στις 5-2-1825 μεταξύ των άλλων έγραψαν και υποστήριζαν:

Αφού ο Θεός αποφάσισε να ελευθερωθώμεν από τας χείρας τοιούτων αντιθέων διδασκάλων, των Τούρκων.. .είχομεν ειρήνην αναμεταξύ μας... Τα έργα των χειρών μας ήτον ευτυχισμένα. Ο υπέρ πίστεως και πατρίδος αγώνας μας επροχώρει θαυμασίως.

Αλλά και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, σε γράμμα του προς τους Γαλαξειδιώτες στις 22 Μαρτίου 1821, με το οποίο τους παρακινούσε να συνεγερθούν, μεταξύ των άλλων τους έγραψε:
Ας ρωτήσουμεν την καρδιά μας και ό,τι μας απανταχαίνει ας το βάλωμε γρήγορα σε πράξιν, και ας είμεθα αδέλφια, βέβαιοι το πως ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλει το χέρι απάνω μας.

Και ο Βαρνακιώτης, άλλος Ρουμελιώτης οπλαρχηγός, σε προκήρυξη του, στις 25 Μαίου 1821, για να ξεσηκωθούν οι Έλληνες του Ξηρομερίου, έγραψε:
Σας ειδοποιώ λοιπόν ότι έφθασεν η στιγμή να αποτινάξωμεν τον τόσο βαρύ ζυγόν, να λείψετε όλοι σας από τα δυσβάστακτα δοσίματα, από τις ανυπόφορες αγγαρίες, από την καταφρόνισιν της τιμής και θρησκείας μας και από αυτόν τον επικείμενον κίνδυνον της ζωής μας.

Τέλος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στην προκήρυξη που απηύθυνε στις 23 Φεβρουαρίου 1821, ως επικεφαλίδα είχε το σύνθημα: Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος
Στο κύριο δε σώμα της προκηρύξεως έγραψε:
Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τουτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον δια να υψώσωμεν τον σημείον, δι ου πάντοτε νικώμεν: λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα και την Ορθόδοξον ημών πίστιν, από την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν.

Αλλά και ο Γεωργάκης Ολύμπιος στη προκήρυξη του κατέληγε:
Εμπρός αδέλφια! Ας πεθάνουμε κοιτάζοντας άφοβα το θάνατο στα μάτια. Ζήτω η θρησκεία και η ελευθερία της Ελλάδος

Διακηρύξεις Εθνοσυνελεύσεων

Μετά τις παραπάνω ενδεικτικές θέσεις των διαφόρων πρωταγωνιστών της Ελληνικής Επαναστάσεως, καιρός είναι να διερευνηθούν και οι θέσεις τις οποίες έλαβαν οι αντιπρόσωποι του Έθνους, οι λεγόμενοι τότε παραστάτες, στις κατά καιρούς Εθνοσυνελεύσεις.

Στην πρώτη λοιπόν Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο οι Έλληνες διακήρυξαν: Ο κατά των Τούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώσεις η ιδιοτελείς μέρους τινός του σύμπαντος Ελληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου μόνη αιτία είναι η ανάκτησις του δικαίου της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία . . .από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Οθωμανών τυραννία επροσπάθησε με βίαν να αφαιρέση και εντός του στήθους ημών να πνίξη.

Ενώ η τρίτη Εθνοσυνέλευση που συνήλθε πάλι στην Επίδαυρο (Απρίλιος 1826) διακήρυξε: Ο λαός της Ελλάδος έλαβε τα όπλα και δεν ζητεί δια των όπλων παρά την δόξαν και την λαμπρότητα της του Χριστού Εκκλησίας, η οποία μετά του ιερού αυτής κλήρου κατεδιώκετο και καταφρονείτο.

Στην Εθνοσυνέλευση δε που συνήλθε στην Τροιζίνα (Μάρτιος - Μάιος 1827) διακηρύχθηκε:
Ως Χριστιανοί ούτε ήτον ούτε είναι δυνατον να πειθαρχήσωμεν δεσποζόμενοι από τους θρησκομανείς Μωαμεθανούς, οι οποίοι κατέσχιζον και κατεπάτουν τας αγίας εικόνας, κατεδάφιζον τους ιερούς ναούς, κατεφρόνουν το ιερατείον, υβρίζοντες το θείον όνομα του Ιησού, του τιμίου Σταυρού και μας εβίαζον ή να γίνωμεν θύματα της μαχαίρας των αποθνήσκοντες Χριστιανοί ή να ζήσωμεν Τούρκοι, αρνηταί του Χριστού και οπαδοί του Μωάμεθ. Πολεμούμεν προς τους εχθρούς του Κυρίου μας ..ο πόλεμος μας δεν είναι επιθετικός, είναι αμυντικός, είναι πόλεμος της δικαιοσύνης κατά της αδικίας, της Χριστιανικής θρησκείας κατά του κορανίου, του λογικού όντος κατά του αλόγου και θηριώδους τυράννου.

Τέλος οι παραστάτες των επαρχιών στη Β' Εθνοσυνέλευση στο Άστρος (Απρίλιος 1823) έδιναν τον παρακάτω όρκο:
Ορκίζομαι εις το άγιον όνομα της τρισυποστάτου Θεότητος και εις την γλυκυτάτην Πατρίδα, πρώτον μεν ίνα ελευθερωθή το Ελληνικόν Έθνος ή με τα όπλα εις τας χείρας να αποθάνω χριστιανός και ελεύθερος.

Κρίσεις συγχρόνων με την Επανάσταση ιστορικών

Επιχειρώντας κάποια εκδίπλωση των κρίσεων και απόψεων των διαφόρων ιστορικών της τότε εποχής θα περιορισθούμε μόνο στους κυριώτερους και, κατά το δυνατόν, πιο ειδήμονες των πραγμάτων.

Και πρώτα στον επίσημο ιστορικό του 1821, τον Σπ. Τρικούπη, που έγραψε:

Η Ελληνική Επανάστασις. . . διακρίνεται των λοιπών δια τινά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολλού άξια λόγου.....Επιχείρησε επιχείρημα δεινότερον και ενδοξότερον, να εξώση δια των όπλων εκ της Ελλάδος ξένην και αλλόθρησκον φυλήν. . . (τα άλλα έθνη) εκινήθησαν μόνον προς υπεράσπισιν των πολυμόχθως άλλοτε αποκτηθέντων και ασυστόλως τότε καταπατουμένων πολιτικών δικαίων... Αλλ' η Ελλάς και προέθετο και εκήρυξε ενώπιον Θεού και ανθρώπων εξ αρχής του αγώνος, ότι ωπλίσθη προς συντριβήν του ξένου ζυγού και προς ανέγερσιν του εθνισμού και της ανεξαρτησίας της.

Αλλού δε ο ίδιος ιστορικός σημείωνε: (Οι Έλληνες είχαν αναδεχθεί) μετά σταθεράς αποφάσεως τον ιερόν αγώνα της πίστεως και της πατρίδος, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, της εθνικής τιμής και της ευδαιμονίας εναντίον της πνευματικής καταθλίψεως και της αρπαγής της πατρώας γης, της δουλείας και της αδικίας του εθνικού εξουδενισμού και της κοινωνικής αθλιότητος...

Ο δε Φιλήμων έγραψε: Ο Έλλην απεφασίσθη και εσχάτως εν ονόματι της πίστεως και της πατρίδος του να ριφθή νεκρός από τα ύψη.

Και ο Φ. Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος σημείωνε: Αλλ' ούτε από άλλον τινά επαρακινήθησαν παρά μόνον από το αίσθημα της ελευθερίας και από το θρησκευτικόν πνεύμα.

Και ο Γ. Τερτσέτης έλεγε: θέλω, κύριοι, σήμερον να εξετάσω τι έκαμε, τι εβουλήθη να κάμη ο βοσκός, ο ναύτης, ο έμπορος, ο γραμματισμένος, ο ιερωμένος της Ελλάδος κατά το 1821, δια να εύρω τι πιστεύει ο Ελληνικός λαός....Το κηρύττω με συντομία, Ηθέλησε να θεμελιώση βασιλεία Ελληνική.

Κατά τον Ν. Μακρή δε ο πόλεμος ήταν αμείλικτος και άσπονδος για την πίστη και την πατρίδα και ότι έγινε απ όλους μαζί τον κλήρο, τους πλουσίους προύχοντες, τους γενναίους κλέφτες και αρματωλούς.
Ο ίδιος δε σ' άλλο σημείο έγραψε ότι ο ναύαρχος των Σπετσών Γεώργ. Ανδρούτσος έλεγε ότι οι πολιορκούμενοι του Μεσολογγίου έχουν αποφασίσει να πεθάνουν δια την πίστιν και την πατρίδα. Αλλά και ο αυτός ο Ελβετός Μάγιερ παρουσίαζε τον αγώνα του Μεσολογγίου ως αγώνα για την θρησκεία.

Μα και οι ξένοι ιστορικοί που έζησαν από κοντά και καταπιάστηκαν να γράψουν για την Ελληνική Επανάσταση σημειώνουν:

Ο Γεώργιος Φίνλευ: Οι κάτοικοι της Ελλάδος, Έλληνες ή Αρβανίτες, μάχονταν για να κερδίσουν την θρησκευτική τους ελευθερία και για να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία της χώρας τους... (Έλληνες και Τούρκοι) εμπνέονταν από δυνατά αισθήματα εθνικής αποστροφής καθώς και θρησκευτικής.

Ο δε Pouqueville ονομάζει την Ελληνική επανάσταση ως ανάλαμψιν Ορθοδοξίας και μνημονεύει κάποιον αρχιμανδρίτη Θεοδόσιο, ο οποίος με εντολή του ναυάρχου Τομπάζη, έστειλε προκήρυξη προς τον ορθόδοξο κλήρο, όπου μεταξύ των άλλων έγραψε:
Εγέρθητε και ο Θεός των ισχυρών θα προηγηθή. Ελευθερία πίστεως, ανεξαρτησία, πατρίς, ιδού η πολεμική ημών κραυγή. Προσεύχεσθε, ευλογείτε, μάχεσθε. Ουδείς δε εξ υμών μενέτω αμέτοχος εν τω ιερώ πολέμω.

Σε άλλο δε σημείο της ιστορίας του ο ίδιος ιστορικός σημειώνει ότι στην Αίγινα, όπου ευλογήθηκε η σημαία της εξεγέρσεως από τον επίσκοπο Γεράσιμο εκφωνήθηκε η εξής προκήρυξη:
Εν ονόματι τον παντοκράτορος Θεού:
Το Ελληνικόν έθνος...τρέχει με γενικήν και ομόφωνον ορμήν εις τα όπλα δια να κατασυντρίψη τας βαρείας αλύσσους τας υπό των βαρβάρων Μωαμεθανών περιτεθείσας εις αυτό.

Και ο Μάγιερ έγραψε στα Ελληνικά χρονικά του: Εις όλας αυτάς τας δυνάμεις (του Ιμπραήμ και του Κιουταχή) έχομεν να αντιπαραταχθώμεν, αι δε ημέτεραι δεν είναι άλλαι, ει μη ο Θεός, η Πατρίς και οι βραχίονές μας.

Θρησκευτικοεθνικοαπελευθερωτικός ο χαρακτήρας τις Ελληνικής Επαναστάσεως

Από αυτά τα λίγα ερανίσματα κειμένων των αγωνιστών και αυτοπτών ιστορικών θέλω να πιστεύω ότι κάθε αντικειμενικός και ανεπηρέαστος ερευνητής-μελετητής μπορεί αβίαστα και αυθόρμητα να συμπεράνει ότι ο αγώνας των Ελλήνων του 1821 όχι μόνο δεν είχε ταξικό ή κοινωνικό χαρακτήρα αλλ' ούτε απλώς εθνικοαπελευθερωτικό. Πρώτιστα και βασικά ο αγώνας ήταν ιερός, θρησκευτικός. Γινόταν μεταξύ Ορθοδόξων Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Ίσως δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε και να το ομολογήσουμε. Πάντως ο ίδιος ο σουλτάνος Μαχμούτ Β αναγνώρισε και χαρακτήρισε τον ξεσηκωμό των απίστων ραγιάδων ως θρησκευτικό. Με προκηρύξεις δε και διαγγέλματά του που διαβάστηκαν μέσα στα τζαμιά προσπάθησε να υποδαυλίσει και εξάψει και αυτός το θρησκευτικό φανατισμό, το μένος και αντεκδικητικότητα και των Μωαμεθανών κατά των απίστων χριστιανών.

Μέσα σ' αυτό το πνεύμα, σαν προσπάθεια θρησκευτικής αντιπαραθέσεως και αντεκδικήσεως των Τούρκων θα πρέπει να δούμε και τις πολλαπλές φυλακίσεις και τις θανατώσεις Πατριαρχών και λοιπών αρχιερέων στην Κων/πολη, και στις επαρχίες.

Είναι δε γνωστό ότι στις συγκρούσεις, που είχαν οι Τούρκοι με τους Έλληνες, προσπαθούσαν να συλλάβουν ζωντανούς για να τους βασανίσουν, τους χριστιανούς κληρικούς, ώστε επάνω τους να εκτονώσουν την οργή και το μίσος τους κατά των γκιαούρηδων.

Ας μη ξεχνούμε ακόμα ότι αυτή τη θρησκευτική πίστη οι Έλληνες τη ζούσαν με πάθος σε κάθε στιγμή του αγώνα, που έφθανε κάποτε μέχρι δεισιδαιμονίας και θρησκοληψίας. Η ευλάβεια τους δεν ήταν τυπική ή επιφανειακή και επίπλαστη αλλά ουσιαστική και βαθειά, που έδειχνε πόσο έντονα τους διακατείχε και πόσο είχαν ταυτίσει θρησκεία πατρίδα ζωή.

Ήταν λοιπόν ο αγώνας εκείνος, το επαναλαμβάνω για να το κάμουμε συνείδηση και να το ομολογούμε ευθαρσώς όλοι μας, πρώτιστα και πάνω απ όλα πόλεμος θρησκευτικός, πόλεμος ιερός. Έπειτα εθνικοαπελευθερωτικός. Πρώτα υπέρ βωμών και έπειτα υπέρ εστιών. Υπέρ πίστεως πρώτον και έπειτα υπέρ πατρίδος. Κατά κύριο λόγο σύγκρουση δυό θρησκειών. Μια προσπάθεια ρεβάνς για τα όσα μέχρι τότε υπέφεραν ταπεινοί και καταφρονημένοι οι Χριστιανοί από τους Μουσουλμάνους. Βέβαια η Φιλική εταιρεία προετοίμασε το γένος για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, αλλ' από την πρώτη στιγμή της εκρήξεώς του αυτός μεταμορφώνεται σε θρησκευτικό. Χαρακτηριστικά ο Φωτάκος γράφει ότι η Επανάσταση έγινε για να ταπεινώσει ο Έλληνας τον υβριστήν της θρησκείας του και των ιερών τον. Ο Υψηλάντης από το Ιάσιο παρακινεί τους Έλληνες να ορμήσουν στις μάχες πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος. Ίσως και οι Τούρκοι, (τυφλωμένοι από το Θεό;) με ορισμένες ενέργειές τους (φυλακίσεις και θανατώσεις αρχιερέων, πυρπολήσεις ναών, βεβηλώσεις ιερών και οσίων‚ έξαψη θρησκευτικού φανατισμού Μουσουλμάνων) άθελά τους συμβάλλουν ώστε πολύ γρήγορα ο απελευθερωτικός αγώνας να μετατραπεί σε θρησκευτική αντιπαράθεση.

Το σχοινί του Πατριάρχη είναι μπροστά σε κάθε Έλληνα αγωνιστή και γίνεται κόκκινο πανί που τον μεθά και μαγνητίζει αλλά και βουκέντρα που τον ωθεί να ρίχνεται στις μάχες με άμετρη τόλμη και θάρρος, που μόνο η θρησκευτική πίστη μπορεί να εμπνεύσει και οιστρηλατήσει.

Πρωταρχικό κίνητρο λοιπόν του αγώνα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το θρησκευτικό πάθος, που εξάφθηκε τότε ακόμα περισσότερο, ώστε να διαμορφωθεί ο αγώνας σε θρησκευτικό ιερό πόλεμο του τώρα η ποτέ και του όλα ή τίποτε.

Μέσα σε μια τέτοια μεγαλοβδομαδιάτικη θρησκευτική ατμόσφαιρα κατάνυξης και ανάτασης ψυχής έζησαν και βίωσαν όλοι οι Έλληνες εκείνη την τιτάνια σύγκρουση, βέβαιοι όντας ότι εγγύς το Πάσχα. Γρήγορη η λύτρωση. Γι' αυτό αντί άλλου χαιρετισμού είχαν το Χριστός Ανέστη και η Ελλάς ανέστη και σα φλάμπουρο νίκης ανέμιζε (και από τότε εξακολουθεί μέχρι σήμερα) ο Σταυρός του Χριστού, της πίστης τους.

Όλα τα υπόλοιπα είναι φληναφήματα και επινοήσεις των μεταγενεστέρων, ίσως από κάποιο πνεύμα εγωιστικής αντίδρασης αν μη αντιχριστιανικής πολεμικής σκοπιμότητας και δεοντολογίας..

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://www.e-istoria.com/


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Print-icon 

Login-iconLogin